κοριάζω

κοριάζω
αμετ.
1) покрываться коркой; 2) кишеть клопами

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κοριάζω" в других словарях:

  • κοριάζω — (I) [κόρα] (για σπυρί ή τραύμα) κάνω πέτσα, σχηματίζω εσχάρα, κρούστα, κόρα. (II) [κοριός] γεμίζω κοριούς …   Dictionary of Greek

  • κοριάζω — κόριασα, κοριασμένος,1. κάνω κόρα, κάνω πέτσα: Κόριασε το σπυρί. 2. γεμίζω κοριούς: Κόριασε το κρεβάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρκαδιάζω — [κάρκαδο] (για πληγή, τραύμα) σχηματίζω κάρκαδο ή κάκαδο, κοριάζω, αρχίζω να κλείνω, επουλώνομαι …   Dictionary of Greek

  • κορίζω — (I) κορίζω (Α) [κόρις] γεμίζω κοριούς, κοριάζω. (II) κορίζω (Α) πάπ. 1. σκουπίζω, σαρώνω 2. κοσκινίζω, καθαρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κορέω (ΙΙ) «σκουπίζω»] …   Dictionary of Greek

  • ξεκοριάζω — 1. καθαρίζω κάτι ή από κάπου τους κοριούς 2. απαλλάσσομαι από τους κοριούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + κοριάζω (< κοριός)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»